Meaning of corpus | Babel Free
/ˈkoɾ.pus/Ορισμοί
αντιπροσωπευτικό και αναγνωρισμένο σώμα γλωσσικού (ή άλλου) υλικού μιας περιόδου ή ενός δημιουργού
Παραδείγματα
“αυτό το κείμενο Ανωνύμου ανήκει στο corpus της μεσαιωνικής λογοτεχνίας”
“αυτό το ανέκδοτο ποίημα δεν ανήκει στο corpus των Απάντων του ποιητή”
“αυτή η λέξη ανήκει στο corpus της καταγραφής προφορικού λόγου από την Ακαδημία”
“Ιπποκράτειο corpus”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.