Meaning of -τόμος | Babel Free
Ορισμοί
- β' συνθετικό ουσιαστικών που σημαίνουν τον άνθρωπο ή το εργαλείο που τέμνει / κόβει κάτι
- β' συνθετικό επιθέτων που προσδιορίζουν τον αριθμό των τόμων στους οποίους έχει δημοσιευθεί ένα έργο
Παραδείγματα
“μονότομος”
“δίτομος”
“τρίτομος”
“τετράτομος”
“πεντάτομος”
“εξάτομος”
“επτάτομος / εφτάτομος”
“οκτάτομος”
“εννιάτομος”
“δεκάτομος”
“εντεκάτομος / ενδεκάτομος”
“δωδεκάτομος”
“...και ούτω καθεξής...”
“πολύτομος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.