Meaning of -τρα | Babel Free
/tɾa/Ορισμοί
- επίθημα παραγωγής θηλυκών ουσιαστικών, που δηλώνουν ιδιότητα ή επάγγελμα, δραστηριότητα (συχνά σε οικείο ή λογοτενικό ύφος)
- είτε από αρσενικά σε -τής
- επίθημα παραγωγής ουδέτερων μεταρηματικών ουσιαστικών στον πληθυντικό που δηλώνουν χρηματικό ποσό σχετικό με τη σημασία του ρήματος
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του -τρο accusative, nominative, plural, vocative
- είτε απευθείας από ρήμα
- επίθημα παραγωγής θηλυκών μεταρηματικών ουσιαστικών που δηλώνουν αντικείμενο ή συσκευή σχετικά με τη σημασία του ρήματος
Παραδείγματα
“πλένω (pléno, “to wash”) + -τρα (-tra) → πλύστρα (plýstra, “laundress, washer woman”)”
“ράβω (rávo, “to sew”) + -τρα (-tra) → ράφτρα (ráftra, “seamstress”)”
“κλέβω (klévo, “to steal”) + -τρα (-tra) → κλέφτρα (kléftra, “female thief”)”
“πλανεύω (planévo, “to lead astray, to seduce”) + -τρα (-tra) → πλανεύτρα (planéftra, “seductress”)”
“φταίω (ftaío, “to be at fault”) + -τρα (-tra) → φταίχτρα (ftaíchtra, “woman to blame, woman at fault”)”
“τσούζω (tsoúzo, “to sting”) + -τρα (-tra) → τσούχτρα (tsoúchtra, “jellyfish”)”
“ρουφώ (roufó, “to suck”) + -τρα (-tra) → ρουφήχτρα (roufíchtra, “whirlpool”)”
“χέζω (chézo, “to shit”) + -τρα (-tra) → χέστρα (chéstra, “shitter, toilet”)”
“διδάσκω (didásko, “to teach”) + -τρα (-tra) → δίδακτρα (dídaktra, “tuition fees”)”
“εξέταση (exétasi, “examination”) + -τρα (-tra) → εξέταστρα (exétastra, “examination fees”)”
“ευρετής (evretís, “finder”) + -τρα (-tra) → εύρετρα (évretra, “finder's fee”)”
“ζωοδότης > (ζωοδότρια) > ζωοδότρα”
“υφαίνω > υφαντής > υφάντρια > υφάντρα”
“μαγεύω > μαγεύτρα”
“κρεμάω > κρεμάστρα”
“διδάσκω > δίδακτρα”
“το στέγαστρο - τα στέγαστρα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.