Meaning of -τρο | Babel Free
/tɾo/Ορισμοί
επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών από ρήματα που δηλώνει το όργανο ή το μέσο που χρησιμοποιείται για την ενέργεια που εκφράζει το ρήμα
Παραδείγματα
“θηλάζω, θηλασ- < θήλαστρο”
“σκιάζω, σκιακ- < σκιάχτρο με ανομοίωση άρθρωσης [kt] > [xt]”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.