Meaning of -τοπος | Babel Free
/to.pos/Ορισμοί
- επίθημα ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε τόπο
- ο οποίος έχει πληθώρα του αναφερόμενου στο α′ συνθετικό
- με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά
- κατάλληλο για συγκεκριμένη δραστηριότητα
Παραδείγματα
“αμπελότοπος, δασότοπος, θαμνότοπος”
“αγριότοπος, ξερότοπος, χερσότοπος”
“κυνηγότοπος, παιδότοπος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.