Meaning of -τοκος | Babel Free
/to.kos/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων τα οποία αναφέρονται στη σειρά γέννησης ενός προσώπου
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων τα οποία αναφέρονται κυρίως σε γυναίκα και τον αριθμό των φορών που αυτή έχει γεννήσει ή με τον τρόπο που το έκανε
Παραδείγματα
“δευτερότοκος, πρωτότοκος”
“πολυτόκος, οξυτόκος, πρωτοτόκος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.