Meaning of -στάσιο | Babel Free
/ˈsta.si.o/Ορισμοί
- δεύτερο συνθετικό λέξεων που δηλώνουν
- το σημείο, τον χώρο όπου βρίσκεται σε στάση αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
- τον τόπο (κατασκευή, κτιριο, αντικείμενο) όπου βρίσκεται αυτό που δηλώνει το πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“κώδων (kódon, “bell”) + -στάσιο (-stásio) → κωδωνοστάσιο (kodonostásio, “bell tower”)”
“ήλιος (ílios, “sun”) + -στάσιο (-stásio) → ηλιοστάσιο (iliostásio, “solstice”)”
“ηλιοστάσιο”
“κλιμακοστάσιο, κωδωνοστάσιο, εικονοστάσιο, βωμοστάσιο”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.