Σημασία του -στροφος | Babel Free
stɾo.fosΟρισμοί
- δεύτερο συνθετικό επιθέτων τα οποία αναφέρονται σε
- αριθμό ή συχνότητα στροφών
- δυνατότητα στροφής προς συγκεκριμένη κατεύθυνση
- ικανότητα ατόμου να αντιληφθεί κάποια κατάσταση
Παραδείγματα
“ολιγόστροφος, πολύστροφος, ταχύστροφος”
“αριστερόστροφος, δεξιόστροφος”
“αργόστροφος, εύστροφος”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free