Σημασία του -στάτης | Babel Free
ˈsta.tisΟρισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- σημείο στερέωσης αντικειμένων
- όργανο το οποίο ρυθμίζει τη λειτουργία κάποιας συσκευής
- άτομο το οποίο στέκεται σε κάποιον ή κοντά σε αυτόν
Παραδείγματα
“βιβλιοστάτης, φανοστάτης”
“θερμοστάτης, ροοστάτης, υδροστάτης”
“παραστάτης, συμπαραστάτης”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free