Meaning of -στεφής | Babel Free
Ορισμοί
δεύτερο συνθετικό λόγιων επιθέτων που φανερώνουν πως το προσδιοριζόμενο στέφεται, πλαισιώνεται από ό,τι δηλώνει το α΄ συνθετικό -λέξεις που πλέον αποδίδονται συχνά στη νεοελληνική με β΄συνθετικό τη μετοχή στεφανωμένος ή εστεμμένος, περιφραστικά ή με ρηματικά επίθετα από τη ρίζα του στέφω
Παραδείγματα
“δαφνοστεφής (δαφνοστεφανωμένος)”
“χιονοστεφής”
“αστεφής (άστεφος, αστεφάνωτος)”
“ηλιοστεφής”
“θεοστεφής (θεοστεφανωμένος)”
“ευστεφής”
“επιστεφής”
“φωτοστεφής”
“ιοστεφής”
“νεοστεφής (νεοεστεμμένος)”
“ροδοστεφής”
“χρυσοστεφής (χρυσοστεφανωμένος)”
“ακανθοστεφής (με αγκάθινο στεφάνι)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.