HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -πρόσωπος | Babel Free

Phrase CEFR B2
/ˈpɾo.so.pos/

Ορισμοί

  1. β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία
  2. χαρακτηρίζουν το πρόσωπο ενός ατόμου
  3. δηλώνουν αριθμό μελών
  4. δηλώνουν πως το άτομο έχει συγκεκριμένο αριθμό μορφών
  5. αναφέρονται στο γραμματικό πρόσωπο

Παραδείγματα

“αγριοπρόσωπος, μακροπρόσωπος, φεγγαροπρόσωπος”
“ολιγοπρόσωπος, πολυπρόσωπος”
“διπρόσωπος, πολυπρόσωπος”
“τριτοπρόσωπο ρήμα”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -πρόσωπος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course