Meaning of -πρόσωπος | Babel Free
/ˈpɾo.so.pos/Ορισμοί
- β′ συνθετικό επιθέτων τα οποία
- χαρακτηρίζουν το πρόσωπο ενός ατόμου
- δηλώνουν αριθμό μελών
- δηλώνουν πως το άτομο έχει συγκεκριμένο αριθμό μορφών
- αναφέρονται στο γραμματικό πρόσωπο
Παραδείγματα
“αγριοπρόσωπος, μακροπρόσωπος, φεγγαροπρόσωπος”
“ολιγοπρόσωπος, πολυπρόσωπος”
“διπρόσωπος, πολυπρόσωπος”
“τριτοπρόσωπο ρήμα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.