Meaning of -πρεπής | Babel Free
/pɾeˈpis/Ορισμοί
επίθημα που προσδίδει στη σύνθετη λέξη την έννοια ότι ο προσδιοριζόμενος όρος ταιριάζει ή έχει σχέση με το πρώτοσυνθετικό
formal
Παραδείγματα
“βυζαντινοπρεπής, ελληνοπρεπής”
“δουλοπρεπής, μικροπρεπής”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.