HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του -κόμος | Babel Free

Φράση αρσενικό CEFR B1
ˈkomos

Ορισμοί

  1. β' συνθετικό ουσιαστικών που σημαίνουν αυτόν/αυτήν που φροντίζει, περιποιείται, καλλιεργεί κλπ κάτι
  2. αμπελοκόμος
  3. ανθοκόμος
  4. βουτυροκόμος
  5. βρεφοκόμος
  6. δασοκόμος
  7. δενδροκόμος
  8. ζωοκόμος
  9. ιπποκόμος
  10. μελισσοκόμος
  11. νηπιοκόμος
  12. νοσοκόμος
  13. παιδοκόμος
  14. τραπεζοκόμος
  15. τυροκόμος

Παραδείγματα

“νόσος (nósos, “disease”) + -κόμος (-kómos) → νοσοκόμος (nosokómos, “nurse”)”
“βρέφος (vréfos, “infant”) + -κόμος (-kómos) → βρεφοκόμος (vrefokómos, “foundling hospital nurse”)”
“γέρος (géros, “old man”) + -κόμος (-kómos) → γηροκόμος (girokómos, “old people's home nurse”)”
“γάλα (gála, “milk”) + -κόμος (-kómos) → γαλακτοκόμος (galaktokómos, “dairy farmer”)”
“βούτυρο (voútyro, “butter”) + -κόμος (-kómos) → βουτυροκόμος (voutyrokómos, “butter producer”)”
“τυρί (tyrí, “cheese”) + -κόμος (-kómos) → τυροκόμος (tyrokómos, “cheesemaker”)”
“μέλισσα (mélissa, “bee”) + -κόμος (-kómos) → μελισσοκόμος (melissokómos, “beekeeper”)”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη -κόμος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free