Meaning of -κόπος | Babel Free
/ˈko.pos/Ορισμοί
- επίθημα ουσιαστικών τα οποία αφορούν
- άτομο το οποίο κάνει κάτι με ένταση
-
επίθημα επιθέτων τα οποία αναφέρονται στην κοπή formal
- άτομο το οποίο ασχολείται με την κοπή
- επίθημα επιθέτων τα οποία αναφέρονται στην κόπωση
Παραδείγματα
“γλεντοκόπος, χαροκόπος”
“ξυλοκόπος, πετροκόπος”
“δίκοπος, νεόκοπος”
“άκοπος, κατάκοπος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.