Meaning of -κοπώ | Babel Free
/koˈpo/Ορισμοί
δεύτερο συνθετικό ρημάτων που δηλώνουν ενέργεια συνεχή και έντονη, ή κατά σύστημα, με επανάληψη, με διάρκεια, όπου το κοπώ επιτείνει την έννοια του α΄συνθετικού. Πολλές φορές προέρχεται από ουσιαστικό που λήγει σε κόπος όπως το ξυλοκόπος αλλά όχι πάντα -μπορεί το ρήμα να σχηματίζεται και κατ' αναλογία
Παραδείγματα
“λαμποκοπώ”
“ξυλοκοπώ”
“μεθοκοπώ”
“γλεντοκοπώ”
“γρονθοκοπώ”
“πλευροκοπώ”
“βροντοκοπώ”
“φτεροκοπώ”
“βρομοκοπώ”
“ιδροκοπώ”
“χαροκοπώ”
“στραφτοκοπώ”
“στρατοκοπώ”
“σταυροκοπιέμαι”
“σφυροκοπώ”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.