Meaning of -κοσμος | Babel Free
/ko.zmos/Ορισμοί
- β′ συνθετικό ουσιαστικών τα οποία αναφέρονται σε
- πλήθος ανθρώπων που έχουν κοινά στοιχεία
- επιστημονικούς όρους με ειδική σημασία ενός οργανωμένου συνόλου
Παραδείγματα
“αγροτόκοσμος, μαθητόκοσμος, φοιτητόκοσμος”
“μακρόκοσμος, μικρόκοσμος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.