Meaning of -αίικο | Babel Free
/ˈe.i.ko/Ορισμοί
-
επίθημα με πρώτο συνθετικό vulgar
-
οικογενειακό επώνυμο που δηλώνει vulgar
-
την οικογένεια ή το σπίτι vulgar
-
τη συνοικία ή τον τόπο όπου κατοικεί η οικογένεια vulgar
-
πατριδωνυμικό ή εθνικό όνομα collective, vulgar
Παραδείγματα
“Κωλοκοτρόνης, Κωλοκοτροναίοι > Κωλοκοτροναίικο / Κολοκοτρωναίικο”
“Παπαχρίστου, Παπαχρισταίοι > Παπαχρισταίικο”
“σημείωση: το τοπωνύμια και στον πληθυντικό: -αίικα”
“Ρωμιός (Ῥωμαῖος) > ρωμαίικο”
“Όροι που λήγουν σε αιικο — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.