HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of -αίικο | Babel Free

Phrase CEFR B1
/ˈe.i.ko/

Ορισμοί

  1. επίθημα με πρώτο συνθετικό
    vulgar
  2. οικογενειακό επώνυμο που δηλώνει
    vulgar
  3. την οικογένεια ή το σπίτι
    vulgar
  4. τη συνοικία ή τον τόπο όπου κατοικεί η οικογένεια
    vulgar
  5. πατριδωνυμικό ή εθνικό όνομα
    collective, vulgar

Παραδείγματα

“Κωλοκοτρόνης, Κωλοκοτροναίοι > Κωλοκοτροναίικο / Κολοκοτρωναίικο”
“Παπαχρίστου, Παπαχρισταίοι > Παπαχρισταίικο”
“σημείωση: το τοπωνύμια και στον πληθυντικό: -αίικα”
“Ρωμιός (Ῥωμαῖος) > ρωμαίικο”
“Όροι που λήγουν σε αιικο — Αναστασιάδη-Συμεωνίδη, Άννα (2003) Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη ISBN:960-231-097-9 & online @greek-language.gr (συντομογραφίες, αστερίσκος για λέξεις στη λογοτεχνία)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See -αίικο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course