Meaning of -ίτης | Babel Free
/ˈi.tis/Ορισμοί
- επίθημα για το σχηματισμό αρσενικών ουσιαστικών που
- δηλώνουν ότι το πρόσωπο έχει τα χαρακτηριστικά ή ανήκει στην πρωτότυπη λέξη
- είναι κατάληξη για πατριδωνυμικά ονόματα
- είναι κατάληξη επωνύμων
- κατάληξη για μετάφαση ξένων όρων
- κατάληξη για λαϊκότροπα αρσενικά, αντί θηλυκών ουσιαστικών
Ισοδύναμα
English
-ide
Παραδείγματα
“όπλο > οπλίτης”
“τέχνη > τεχνίτης”
“Κοζανίτης”
“Μακεδονίτης”
“Βαλαωρίτης”
“γρανίτης”
“η φλεβίτιδα (θηλυκό, ο φλεβίτης (αρσενικό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.