Meaning of -ίτικος | Babel Free
/ˈi.ti.kos/Ορισμοί
- παραγωγική κατάληξη / επίθημα μετουσιαστικών επιθέτων που δηλώνουν (ότι κάποιος προέρχεται, κατάγεται ή έχει σχέση με κάποιον) τόπο
- παραγωγική κατάληξη / επίθημα μετουσιαστικών επιθέτων παραγόμενων από προσηγορικά ουσιαστικά ή διάφορες εκφράσεις
Παραδείγματα
“Κοζάνη > κοζανίτικος, Μετέωρα > μετεωρίτικος”
“ριζά > ριζίτικος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.