Meaning of -ίτιδα | Babel Free
/ˈi.ti.ða/Ορισμοί
- επίθημα για το σχηματισμό θηλυκών ουσιαστικών παράγωγων
- από ουσιαστικά που δηλώνουν φλεγμονή, πάθηση ή ασθένεια στην περιοχή που δίνει η πρωτότυπη λέξη
- ή που δήλωνε ότι κάτι ανήκει στην πρωτότυπη λέξη
Παραδείγματα
“αμφιβληστροειδής (amfivlistroeidís, “retin”) + -ίτιδα (-ítida) → αμφιβληστροειδίτιδα (amfivlistroeidítida, “retinitis”)”
“κόλπος (kólpos, “vagina”) + -ίτιδα (-ítida) → κολπίτιδα (kolpítida, “vaginitis”)”
“αρθρίτιδα < ελληνιστική κοινή ἀρθρῖτις”
“βρογχίτιδα < βρογχῖτις (καθαρεύουσα) < νεολατινική bronchitis”
“σκωληκοειδίτιδα < σκωληκοειδῖτις (καθαρεύουσα) < γαλλική appendicite”
“φρενίτιδα < αρχαία ελληνική φρενῖτις”
“αιγιαλίτιδα < ελληνιστική κοινή αἰγιαλῖτις < αἰγιαλός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.