Meaning of -ίδης | Babel Free
/ˈi.ðis/Ορισμοί
- πατρωνυμικό επίθημα (ο γιος του …) σε ανδρικά επώνυμα
- επίθημα επιστημονικών όρων που δηλώνει ένα μέλος που ανήκει σε ομάδα, οικογένεια ή βαθμίδα ιεραρχικής κλίμακας
- : που ανήκει σε ομάδα αστέρων, διαττόντων αστέρων
- : δηλώνει μέλος οικογένειας στη βοτανική, στη ζωολογία
- όροι στον πληθυντικό -ίδες
Ισοδύναμα
English
-id
Παραδείγματα
“Ιωάννης > Ιωαννίδης”
“Γιάννης > Γιαννίδης”
“βλέπουμε έναν Λεοντίδη σε μεγέθυνση φωτογραφίας με βροχή Λεοντιδών”
“Ταξινομικοί όροι - οικογένειες”
“όπως λανθανίδες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.