Meaning of -ίδα | Babel Free
/ˈi.ða/Ορισμοί
- επίθημα με το οποίο παράγονται θηλυκά ουσιαστικά από τα αντίστοιχα αρσενικά
- επίθημα παραγωγής θηλυκών ουσιαστικών από ανίστοιχα αρχαιοελληνικά σε -ίς
- επίθημα παραγωγής θηλυκών πατριδωνυμικών ουσιαστικών από αντίστοιχα αρσενικά
Ισοδύναμα
English
-id
Παραδείγματα
“θυρίς > θυρίδα, Ὠκεανίς > Ωκεανίδα”
“Άγγλος > Αγγλίδα”
“προστάτης > προστάτιδα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.