Meaning of -ίδες | Babel Free
Ορισμοί
- πληθυντικός αριθμός του -ίδα (λόγιο -ίς)
- λόγιοι τύποι λέξεων
- πληθυντικός αριθμός του -ίδης που δηλώνει ομάδα, οικογένεια ή βαθμίδα ιεραρχικής κλίμακας
- για ομάδα αστέρων, διαττόντων αστέρων
- όροι στον πληθυντικό
- για ονομασία οικογένειας στη βοτανική, στη ζωολογία
Παραδείγματα
“νήσσα (níssa, “duck”) + -ίδες (-ídes) → νησσίδες (nissídes, “Anatidae”)”
“translingual Erebidae + -ίδες (-ídes) → ερεβίδες (erevídes, “Erebidae”)”
“όπως δεσποινίς / δεσποινίδα - δεσποινίδες”
“όπως λανθανίδες (< καθαρεύουσα λανθανίς)”
“Λεοντίδες, Περσείδες”
“παρατηρούμε με τηλεσκόπιο τους Περσείδες”
“Ταξινομικοί όροι - οικογένειες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.