Meaning of -ίδι | Babel Free
/ˈi.ði/Ορισμοί
- επίθημα για το σχηματισμό ουδέτερων ουσιαστικών παράγωγων από ρήματα ή ουσιαστικά. Δηλώνει:
- πράξη που γίνεται ή έγινε πολλές φορές
- αποτέλεσμα ενέργειας
- ό,τι απόμεινε από την ενέργεια τη σχετική με το σημαινόμενο από την πρωτότυπη λέξη (συνήθως με το πρόθημα απο- και στον πληθυντικό)
- το επίθημα, αφού έχασε την υποκοριστική σημασία του, χρησιμοποιήθηκε στον πληθυντικό -ίδια ως παραγωγική κατάληξη ρημάτων, για να δηλώσει ρηματική ενέργεια ή -συνηθέστερα- ασήμαντα πράγματα
Παραδείγματα
“βρίζω > βρισίδι, σπρώχνω > σπρωξίδι, μπουνιά > μπουνίδι”
“μουσκεύω > μουσκίδι”
“αποκαΐδια, πριονίζω > πριονίδι”
“σκουπίζω > σκουπ-ίδια, ροκανίζω > ροκαν-ίδια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.