ύσσωπος
Ορισμοί
αρωματικό φυτό (είδος μέντας) του γένους Hyssopus, με φαρμακευτικές ιδιότητες, που φύεται στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και σε περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου
Ισοδύναμα
19 more languages
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free