Meaning of όργωμα | Babel Free
/ˈor.ɣo.ma/Ορισμοί
η κατεργασία του εδάφους με γεωργικά μηχανήματα, (τρακτέρ, άροτρο, δισκάροτρο), με σκοπό την αναμόχλευσή του και το αναποδογύρισμά του
Ισοδύναμα
English
ploughing
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.