Meaning of ωμ | Babel Free
/ˈom/Ορισμοί
- Η μονάδα μέτρησης της αντίστασης του ηλεκτρικού αγωγού. Ισούται με τον λόγο της τάσης προς την ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος.
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Επίπεδο CEFR
A2
Elementary
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.
This word is part of the CEFR A2 vocabulary — elementary level.