HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ωμ

Ουσιαστικό CEFR C2
ˈom

Ορισμοί

  1. Η μονάδα μέτρησης της αντίστασης του ηλεκτρικού αγωγού. Ισούται με τον λόγο της τάσης προς την ένταση του ηλεκτρικού ρεύματος.
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

EnglishOhmom
Españolohmio
FrançaisaumohmOM
38 more languages
العربيةأؤمأُوم
বাংলা
བོད་སྐད།ཨོཾ
Bosanskium
Češtinaohm
DeutschOhm
Esperantoomo
Suomiohmi
Gaeilgeóm
Galegoohm
हिन्दी
Hrvatskium
Bahasa Indonesiaaumom
Íslenskaóm
Italianoohm
日本語オーム
ქართულიომი
ភាសាខ្មែរអូម
ಕನ್ನಡ
한국어
Latviešuoms
Македонскиом
മലയാളം
မြန်မာဥုံ
Nederlandsohm
Polskiohmom
Portuguêsohm
Русскийом
Српскиum
Svenskaohm
தமிழ்ஓம்
తెలుగు
Tagalogomyo
Türkçeom
اردواوم
Tiếng Việtômừm
中文歐姆

Παραδείγματα

“Η αντίσταση αυτού του καλωδίου είναι μόλις ένα ωμ.”

The resistance of this cable is only one ohm.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ωμ σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free