Meaning of ψαχνό | Babel Free
/psaˈxno/Ορισμοί
- το κρέας που δεν έχει πάνω του λίπος ή κόκαλο
- το καίριο σημείο μιας συζήτησης
- το οικονομικό όφελος
-
ψαχνά: το κάτω μέρος του κορμού plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.