HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ψαράς | Babel Free

Noun feminine CEFR C2 Specialized
/psaˈɾas/

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. αυτός που έχει ως επάγγελμα το ψάρεμα, καθώς και αυτός που ψαρεύει για την ευχαρίστησή του
  3. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Ψαρά)
  4. αυτός που πουλάει ψάρια και άλλα θαλασσινά, ο ιχθυοπώλης

Ισοδύναμα

English Fisher Fisherman

Παραδείγματα

“※ Οι άνθρωποι -αν και ικανοποιημένοι από την εκτέλεση του δολοφόνου του κυβερνήτη- δεν αποφάσιζαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Οι έμποροι είχαν σφαλίσει τα μαγαζιά τους, οι ψαράδες γυρόφερναν ξέμπαρκοι στη στεριά, οι φουρναραίοι δεν έψηναν ψωμί, οι τσοπάνηδες δεν πουλούσαν ζώα, κρέας δεν έβρισκες στην αγορά, θαρρείς και κάτι ετοιμαζόταν. Κανείς δε μιλούσε. Όλοι περιδιάβαιναν σκυθρωποί (Λεία Βιτάλη, Η οργή των μικρών ανθρώπων, εκδ. Πατάκης, 2025)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ψαράς used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course