χοντραίνω
Ορισμοί
-
παχαίνω, γίνομαι πιο χοντρός από ό,τι ήμουν intransitive
-
κάνω κάτι ή κάποιον πιο χοντρό transitive
-
κάνω κάποιον να φαίνεται πιο χοντρός transitive
-
κάνω τη φωνή μου πιο βαθιά και πιο χαμηλή transitive
-
δίνω μεγαλύτερες από όσο πρέπει διαστάσεις ή έκταση σε κάτι figuratively, transitive
-
εκχυδαΐζω figuratively, transitive
Conjugation
Browse the table or drill it — all tenses, moods, and persons of χοντραίνω.
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free