HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← χοντραίνω — definition

Conjugation of χοντραίνω

Regular CEFR B2
xo(n)ˈdɾe.no

δίνω μεγαλύτερες από όσο πρέπει διαστάσεις ή έκταση σε κάτι Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ χοντραίνω
εσύ χοντραίνεις
αυτός / αυτή / αυτό χοντραίνει
εμείς χοντραίνουμε
εσείς χοντραίνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χοντραίνουν
Παρατατικός
εγώ χόντραινα
εσύ χόντραινες
αυτός / αυτή / αυτό χόντραινε
εμείς χοντραίναμε
εσείς χοντραίνατε
αυτοί / αυτές / αυτά χόντραιναν
Αόριστος
εγώ χόντρυνα
εσύ χόντρυνες
αυτός / αυτή / αυτό χόντρυνε
εμείς χοντρύναμε
εσείς χοντρύνατε
αυτοί / αυτές / αυτά χόντρυναν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα χοντρύνω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ χοντρύνω
εσύ χοντρύνεις
αυτός / αυτή / αυτό χοντρύνει
εμείς χοντρύνουμε
εσείς χοντρύνετε
αυτοί / αυτές / αυτά χοντρύνουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ χόντραινε
εσείς χοντραίνετε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ χόντρυνε
εσείς χοντρύντε
Απαρέμφατο αορίστου
χοντρύνει

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary