χαρμπί
Ορισμοί
-
ξύλινη ή σιδερένια ράβδος idiomatic
- τουφεκόβεργα, μπαρουτόβεργα, ξιφίδιο, μικρό διακοσμητικό μαχαίρι
Ισοδύναμα
Türkçeharbi
Παραδείγματα
“※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΖ´ @papadiamantis.org (ΙΣΤ στη Βικιθήκη)”
“※ Μιλτιάδης Μαλακάσης, O Τάκη-Πλούμας, (απόσπασμα), από την ποιητική συλλογή Συντρίμματα (1926), στ. 10 (9-12)”
“※ Το χαρμπί δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο οβελός που χρησιμοποιούσαν την εποχή εκείνη οι χειριστές των εμποροσθογεμών όπλων (τυφεκίων και πιστολιών) για τη διαδικασία γέμισης και προετοιμασίας του όπλου για βολή. Το χαρμπί είχε πολλές χρήσεις. Εντός της θήκης του χρησίμευε για τη γέμιση των όπλων. Βγάζοντάς το από τη θήκη του, αποκαλυπτόταν ένα πολύ αιχμηρό στέλεχος που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να καταφέρει θανατηφόρα πλήγματα στον αντίπαλο σε μάχη σώμα με σώμα.”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free