Meaning of χαρμάνης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
-
ο εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες που για καιρό δεν έχει κάνει χρήση τους slang, vulgar
-
ο θεριακλής καπνιστής που για ώρες δεν έχει καπνίσει vulgar
Παραδείγματα
“Χαρμάνης είμαι απ’ το πρωί, πάω για να φουμάρω / μες στον τεκέ του Σάλωνα π’ έχει το φίνο μαύρο. (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Χαρμάνης)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.