Meaning of χαρμάνι | Babel Free
Ορισμοί
- μίγμα από διάφορες ποικιλίες καπνού
-
μίγμα από διάφορες ποικιλίες κάποιου υλικού general
-
, (οικοδομή) το έτοιμο μίγμα υλικών που θα χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο (σκυρόδεμα, σοβάς κ.λπ.) especially
-
ανακάτωμα, συνονθύλευμα figuratively
-
χαρμάνης slang, vulgar
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.