Σημασία του χάβαρο | Babel Free
ˈxa.va.ɾoΟρισμοί
-
η αχιβάδα general, vulgar
-
κοινή (και εμπορική) ονομασία για διάφορα μικρά εδώδιμα οστρακοφόρα μαλάκια («στρείδια» ή «μύδια», αδιακρίτως στην καθομιλουμένη), όπως η μαρμαροαχιβάδα (Ruditapes decussatus) ή το Modiolus barbatus especially, vulgar
-
χάβαρα: τα θαλασσινά συνολικά idiomatic, plural, vulgar
-
βλάκας figuratively, vulgar
-
μουνί slang
- Χάβαρο: πολύ μικρή βραχονησίδα της Ελλάδας (ουσιαστικά σκόπελος) στην περιοχή της Λήμνου
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free