HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of χάβαρο | Babel Free

Noun CEFR B1
/ˈxa.va.ɾo/

Ορισμοί

  1. η αχιβάδα
    general, vulgar
  2. κοινή (και εμπορική) ονομασία για διάφορα μικρά εδώδιμα οστρακοφόρα μαλάκια («στρείδια» ή «μύδια», αδιακρίτως στην καθομιλουμένη), όπως η μαρμαροαχιβάδα (Ruditapes decussatus) ή το Modiolus barbatus
    especially, vulgar
  3. χάβαρα: τα θαλασσινά συνολικά
    idiomatic, plural, vulgar
  4. βλάκας
    figuratively, vulgar
  5. μουνί
    slang
  6. Χάβαρο: πολύ μικρή βραχονησίδα της Ελλάδας (ουσιαστικά σκόπελος) στην περιοχή της Λήμνου

Παραδείγματα

“—Φέρε μας ένα καραφάκι τσίπουρο και χάβαρα για μεζέ.”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See χάβαρο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course