φώνημα
Ορισμοί
στοιχειώδης οντότητα του προφορικού λόγου που παρέχει διακριτική / διαφοροποιητική λειτουργία στο φωνητικό επίπεδο και στο γλωσσικό νόημα
Ισοδύναμα
37 more languages
Българскифонема
བོད་སྐད།མ་སྒྲ
Catalàfonema
Češtinafoném
Danskfonem
DeutschPhonem
Esperantofonemo
فارسیواج
Suomifoneemi
Galegofonema
हिन्दीस्वनिम
Հայերենհնչույթ
Bahasa Indonesiafonem
Italianofonema
ქართულიბგერა
Latinaphonema
Lietuviųfonema
Македонскифонема
Nederlandsfoneem
Polskifonem
Portuguêsfonema
Românăfonem
Русскийфонема
Slovenčinafonéma
Shqipfonemë
Kiswahilifonimu
Türkçesesbirim
Tiếng Việtâm vị
Παραδείγματα
“Στα ελληνικά, οι φθόγγοι [p], [t] διαφοροποιούν τη σημασία, όπως «πόνος» [ˈponos] «τόνος» [ˈtonos], έχουν φωνηματική αξία, είναι φωνήματα. Λέμε ότι οι λέξεις «πόνος» και «τόνος» αποτελούν ένα ελάχιστο ζεύγος.”
“Σε βόρεια ιδιώματα, όπως στη Θεσσαλονίκη, ακούμε το [ɫ] αλλόφωνο του [l] όταν ακολουθεί [a, o ή u] όπως «χαλαρά» [xaɫaˈɾa]. Αλλά το [ɫ] δεν είναι φώνημα γιατί δε διαφοροποιεί τη σημασία με την κοινή προφορά [xalaˈɾa]. Δεν μεταβάλλει το νόημα. Σε άλλες γλώσσες, όπως τα αραβικά, τα δύο αυτά είναι διαφορετικά φωνήματα.”
“Το φώνημα /x/ της νεοελληνικής έχει τη μορφή φθόγγου [x] όπως στο «χώνει» [ˈxoni] κι έχει αλλόφωνο το [ç] όπως στο «χιόνι» [ˈçoni]. To [ç] όμως, δεν είναι φώνημα επειδή διαφοροποιεί τη σημασία μόνο υπό προϋποθέσεις (όταν ακολουθεί [i] ή [e]).”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free