Meaning of φυσάω | Babel Free
/fiˈsa.o/Ορισμοί
-
εκπνέω με δύναμη πάνω σε κάτι transitive
-
αναπνέω με ένταση intransitive
- πνέω
-
εκπνέω στο στόμιο κάποιου πνευστού μουσικού οργάνου για να παραχθεί ήχος transitive
Παραδείγματα
“Φυσάω τη φλόγα του κεριού για να σβήσει.”
I blow the flame of the candle to put it out.
“Φυσάει πολύ σήμερα.”
It is very windy today
“Φύσα το φαγητό σου να κρυώσει!”
“※ Να 'ν' σπασμένοι οι δρόμοι, να φυσάει ο νότος / κι εγώ καταμονάχος και να λέω: τι πόλη! (Γιάννης Σκαρίμπας, Χαλκίδα)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.