HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← φυσάω — definition

Conjugation of φυσάω

Regular CEFR B1
fiˈsa.o

εκπνέω στο στόμιο κάποιου πνευστού μουσικού οργάνου για να παραχθεί ήχος Ver definición completa →

Ενεργητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυσάω
εσύ φυσάς
αυτός / αυτή / αυτό φυσάει
εμείς φυσάμε
εσείς φυσάτε
αυτοί / αυτές / αυτά φυσάνε
Παρατατικός
εγώ φυσούσα
εσύ φυσούσες
αυτός / αυτή / αυτό φυσούσε
εμείς φυσούσαμε
εσείς φυσούσατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυσούσαν
Αόριστος
εγώ φύσηξα
εσύ φύσηξες
αυτός / αυτή / αυτό φύσηξε
εμείς φυσήξαμε
εσείς φυσήξατε
αυτοί / αυτές / αυτά φύσηξαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυσήξω
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυσήξω
εσύ φυσήξεις
αυτός / αυτή / αυτό φυσήξει
εμείς φυσήξουμε
εσείς φυσήξετε
αυτοί / αυτές / αυτά φυσήξουν
Προστακτική εξακολουθητική
εσύ φύσα
εσείς φυσάτε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φύσηξε
εσείς φυσήξτε
Απαρέμφατο αορίστου
φυσήξει

Μεσοπαθητική φωνή

Ενεστώτας
εγώ φυσιέμαι
εσύ φυσιέσαι
αυτός / αυτή / αυτό φυσιέται
εμείς φυσιόμαστε
εσείς φυσιέστε
αυτοί / αυτές / αυτά φυσιούνται
Παρατατικός
εγώ φυσιόμουν
εσύ φυσιόσουν
αυτός / αυτή / αυτό φυσιόταν
εμείς φυσιόμασταν
εσείς φυσιόσασταν
αυτοί / αυτές / αυτά φυσιόνταν
Αόριστος
εγώ φυσήχτηκα
εσύ φυσήχτηκες
αυτός / αυτή / αυτό φυσήχτηκε
εμείς φυσηχτήκαμε
εσείς φυσηχτήκατε
αυτοί / αυτές / αυτά φυσήχτηκαν
Στιγμιαίος μέλλοντας
εγώ θα φυσηχτώ
Στιγμιαία υποτακτική (να-/θα- μορφή)
εγώ φυσηχτώ
εσύ φυσηχτείς
αυτός / αυτή / αυτό φυσηχτεί
εμείς φυσηχτούμε
εσείς φυσηχτείτε
αυτοί / αυτές / αυτά φυσηχτούν
Προστακτική εξακολουθητική
εσείς φυσιέστε
Προστακτική στιγμιαία
εσύ φυσήξου
εσείς φυσηχτείτε
Απαρέμφατο αορίστου
φυσηχτεί

Practice this verb →

More conjugations

Explore the Ελληνικά dictionary

Look up any Greek word for definitions, equivalents in 94 languages, and more.

Open Dictionary