Meaning of φρικασέ | Babel Free
/fɾi.kaˈse/Ορισμοί
- γενική ονομασία για βραστό φαγητό που περιέχει κάποιο είδος κρέατος και σπανάκι ή μαρούλι ή κάποιο άλλο πράσινο συνήθως χορταρικό
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Fricassee
Παραδείγματα
“※ γκιούλμπασι, αρνάκι φρικασέ ή με ραδίκια, αρνάκι στο φούρνο ή με ρύζι και γιαούρτι, κουνέλι στιφάδο ή λεμονάτο, κόκορα κοκκινιστό μακαρονάδα, κεφτέδες κοκκινιστούς (Σοφία Π. Χριστοπούλου, ΑΧαιών γεύσεις, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006)”
“Την επόμενη Κυριακή θα έχουμε αρνάκι φρικασέ με μαρούλι.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.