Meaning of φρενιάζω | Babel Free
Ορισμοί
- γίνομαι έξαλλος, εκτός εαυτού, νιώθω φρενίτιδα, οργή
- κάνω έξαλλο κάποιον άλλον, τον εξωθώ στα άκρα
Ισοδύναμα
English
Rage
Παραδείγματα
“Φρένιασε η πρώην όταν τον είδε με τη δεύτερη γυναίκα του”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.