Meaning of φρέαρ | Babel Free
/ˈfɾe.aɾ/Ορισμοί
- το πηγάδι, η λακκούβα, το φρεάτιο
- κατακόρυφο στενό όρυγμα το οποίο διανοίγεται στο έδαφος για την εκμετάλλευση κοιτάσματος
-
όρυγμα στο μετρό broadly
- θαλάσσια τάφρος
Ισοδύναμα
English
shaft
Παραδείγματα
“Φρέαρ της Καλυψώς”
Calypso Deep
“※ 1888 ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Τελευταία βαπτιστική”
“※ 1911 Αδ. Αδαμαντίου, Αγνείας πείρα, Μέρος Γ΄, Λαογραφικόν, Λαογραφία, τόμ. 3, σελ. 417”
“μεταλλευτικά φρέατα”
“τερματικό φρέαρ”
“Φρέαρ των Οινουσσών στη Βικιπαίδεια”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.