Meaning of φρεάτιο | Babel Free
/fɾeˈa.ti.o/Ορισμοί
- το όρυγμα, το άνοιγμα στη γη, το λαγούμι, το ειδικό άνοιγμα για πρόσβαση εργαζομένων σε υπόγειους αγωγούς ή για τη διοχέτευση υγρών στους αγωγούς αυτούς
- η πρόβλεψη για ανάλογη κάθετη κατασκευή σχήματος πηγαδιού ή φρέατος σε πολυκατοικίες (για να κινείται το ασανσέρ)
Ισοδύναμα
English
shaft
Παραδείγματα
“φρεάτιο αποχέτευσης/ομβρίων υδάτων/ορυχείου”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.