Meaning of φοντί | Babel Free
/fonˈdi/Ορισμοί
- πόλη της Ιταλίας
- γενική ονομασία για μαγειρικό παρασκεύασμα που περιλαμβάνει κυρίως λειωμένα με θερμότητα υλικά (όπως τυρί, σοκολάτα)
- το σκεύος που χρησιμοποιείται για το λειώσιμο
- κινηματογραφικό εφέ όπου σταδιακά το προηγούμενο πλάνο σβήνει και το επόμενο εμφανίζεται
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.