Meaning of φοβία | Babel Free
Ορισμοί
- έντονος φόβος για συγκεκριμένες καταστάσεις, ζώα κ.λπ. που προκαλεί άγχος και μόνο στη σκέψη του αντικείμενου του φόβου, χωρίς όμως απαραίτητα να φτάνει στα όρια του παθολογικού ζητήματος
- αγχώδης διαταραχή, παθολογικός και ψυχαναγκαστικός φόβος
Παραδείγματα
“έχω φοβία και με τις ενέσεις, ανατριχιάζω μόνο που τις σκέφτομαι”
“έχω αγοραφοβία και παθαίνω κρίση πανικού ακόμα και στη σκέψη να βγω έξω από το σπίτι”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.