HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of φλογίζω | Babel Free

Verb CEFR B1

Ορισμοί

  1. καίω, τυλίγω κάτι στις φλόγες
  2. προκαλώ φλεγμονή
  3. βιώνω έντονα συναισθήματα
  4. φλογίζομαι: έχω πυρετό, παίρνω τη θερμοκρασία ή το χρώμα της φλόγας

Παραδείγματα

“τους μεν εκ Πίστεως και φόβου προσερχομένους ὡς θεῷ και βασιλεῖ, και Κριτῇ πάντων ἡμῶν, φλογίζει καὶ κατακαίει τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν , τὰς ψυχάς φωτίζει καὶ ἁγιάζει ̇ τοὺς δὲ ἀπίστους, καὶ μετὰ ἀναισχυντίας προσερχομένους, φλογίζει καὶ κατακαίει τὰς ψυχὰς αὐτῶν καὶ τὰ σώματα (Εὐχολόγιον τὸ μέγα, Ενετίησιν, εν τη τυπογραφία Πάνου Θεοδοσίου του εξ Ιωαννίνων, 1811, σελ. 697-698 https://www.google.gr/books/edition/%CE%95%E1%BD%90%CF%87%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%BF%CE%BD_%CF%84%E1%BD%B8_%CE%BC%CE%AD%CE%B3%CE%B1_%E1%BC%90/JaMI454i_w4C?hl=el&gbpv=1&dq=%CF%86%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%B9&pg=PA698&printsec=frontcover)”
“Εφτιαξα ένα γιατροσόφι για τη φαγούρα και το άπλωσα σαν κρέμα, αλλά αντί να με ανακουφίσει, μου φλόγισε το χέρι”
“Και μια χαρά τα στήθη όλα φλογίζει (Σίλερ, Παρθένα της Ορλεάνης, μτφρ. Ι. Λάμψας)”
“Το μέτωπό του φλογιζόταν”
“Μόλις τον κοίταξε, τα μάγουλά της φλογίστηκαν”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See φλογίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course