Meaning of φαλακρός | Babel Free
/fa.laˈkros/Ορισμοί
- που δεν έχει μαλλιά στο τριχωτό της κεφαλής, που έχει φαλάκρα
- άδενδρος, αποψιλωμένος
Παραδείγματα
“Τώρα έχει μείνει ένα φαλακρό κτήμα, αλλά παλιά ήταν δίπατο σπίτι, είχε ελιές γύρω γύρω, κι ο γέρος μου, που κάποτε δεν ήταν καθόλου γέρος, έπαιζε μετ’ αδέρφια του μακριά γαϊδούρα.”
Now a barren farm remains, but in the olden days it was a duplex house; it had olives all around and my old man, who at one time wasn't old at all, used to play a kids' game with his brothers.
“το φαλακρό βουνό”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.