Meaning of φέσι | Babel Free
/ˈfe.si/Ορισμοί
- είδος κόκκινου πίλου, άλλοτε επίσημου στην οθωμανική αυτοκρατορία, την Αίγυπτο, τη Τυνησία και το Μαρόκο (λευκό)
- είδος κόκκινου σκούφου με φούντα που έφεραν παλαιότερα άνδρες και γυναίκες και που συνεχίζουν να φέρουν οι τσολιάδες.
- μεγάλο χρέος που αφήνει κάποιος ανεξόφλητο
-
μεθυσμένος familiar
Ισοδύναμα
English
fez
Παραδείγματα
“※ Ακριτικό τραγούδι από τη Δ. Μακεδονία, ※ ebooks.edu.gr Νέα Ελληνικά Β' ΕΠΑ.Λ. Γενικής Παιδείας, ημερομηνία ανάκτησης: 24-12-2024”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.