Meaning of φάλαγγα | Babel Free
/ˈfa.laŋ.ɡa/Ορισμοί
- παράταξη σώματος οπλιτών του στρατού ή παραστρατιωτικός σχηματισμός
- βασανιστήριο στο οποίο οι βασανιστές ακινητοποιούν τα πόδια του κρατουμένου και τον χτυπούν στα πέλματα
- γυναικείο επώνυμο
- ένα από τα τρία επιμήκη οστά των δακτύλων -ένα από τα δύο στον αντίχειρα και στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού
- ο οριζόντιος μοχλός της ζυγαριάς από τον οποιο εξαρτώνται οι πλάστιγγες, η τρυτάνη του ζυγού
Ισοδύναμα
English
Phalanx
Παραδείγματα
“η μακεδονική φάλαγγα των αρχαίων Μακεδόνων, η λοξή φάλαγγα των Θηβαίων”
“η πέμπτη φάλαγγα των φασιστών της Μαδρίτης και μεταφορικά ο σύμμαχος του εχθρού που έχει διεισδύσει στο εσωτερικό”
“※ Είναι πολύ γνωστή η παράσταση στο Κορινθιακό αγγείο (οινοχόη Chigi) όπου ένας νεαρός αυλητής συνοδεύει την φάλαγγα των στρατιωτών στη μάχη (Imago Musicae, Τόμοι 21-22, εκδ. Bärenreiter-Verlag, 2004, σελ. 14)”
“ονυχοφόροι φάλαγγες είναι άκρες φάλαγγες”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.