Meaning of υστέρηση | Babel Free
/iˈste.ɾi.si/Ορισμοί
- το φαινόμενο (σε μαγνητικά, ελαστικά και θερμοδυναμικά συστήματα) κατά το οποίο η κατάσταση ενός συστήματος εξαρτάται όχι μόνο από τις παρούσες συνθήκες αλλά και από την προηγούμενη κατάστασή του και όπου η απόκριση μιας μεταβλητής καθυστερεί σε σχέση με την αιτία που την προκαλεί
- το να μειονεκτεί κάποιος (παρουσιάζει υστέρηση έναντι κάποιου άλλου)
Ισοδύναμα
English
Latency
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.