Σημασία του υστέρηση | Babel Free
iˈste.ɾi.siΟρισμοί
- το φαινόμενο (σε μαγνητικά, ελαστικά και θερμοδυναμικά συστήματα) κατά το οποίο η κατάσταση ενός συστήματος εξαρτάται όχι μόνο από τις παρούσες συνθήκες αλλά και από την προηγούμενη κατάστασή του και όπου η απόκριση μιας μεταβλητής καθυστερεί σε σχέση με την αιτία που την προκαλεί
- το να μειονεκτεί κάποιος (παρουσιάζει υστέρηση έναντι κάποιου άλλου)
Ισοδύναμα
العربية
كمون
Íslenska
biðtími
한국어
히스테리시스
Latina
latentia
Română
latență
Русский
гистере́зис
гистерезисный
задержка
латентное состояние
латентность
незаме́тность
скрытая форма
скрытость
Svenska
latenstid
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free