υπεξαίρεση
Ορισμοί
το να ιδιοποιείται κανείς παράνομα κάτι που του έχουν αναθέσει να το προσέχει ή να το φυλάγει
Ισοδύναμα
EnglishEmbezzlement
Παραδείγματα
“Κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση δημόσιου χρήματος.”
He was accused of embezzlement of public funds.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free